eau
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : eau
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| eau | eaux |
eau (fr) θηλυκό
Ομώνυμα / Ομόηχα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- eau - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé