sein

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the Basque Country.svg Βασκικά (eu) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

sein (eu)



Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

sein < λατινική sinus

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sɛ̃/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
sein seins

sein (fr) αρσενικό

  1. (ανατομία) ο μαστός, το βυζί, το στήθος
  2. ο κόλπος
    l'entreprise est entrée au sein du consortium - η επιχείρηση περιήλθε στον κόλπο του κονσόρτσιουμ

Ομώνυμα[επεξεργασία]



Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Αντωνυμία[επεξεργασία]

sein (de)

  • τύπος της κτητικής αντωνυμίας του αρσενικού και του ουδετέρου, δικός του, δικό του
  1. ονομαστική ενικού του αρσενικού
    Sein Hund ist schwarz. - Ο σκύλος του είναι μαύρος.
  2. ονομαστική ενικού του ουδετέρου
    Das Kind hält sein Spielzeug. - Το παιδί κρατάει το παιχνίδι του.
  3. αιτιατική ενικού του ουδετέρου
    Ich gebe dem Kind sein Buch. - Δίνω στο παιδί το βιβλίο του.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

sein (de) (αόριστος war, μετοχή παρακειμένου gewesen)

  1. είμαι
  2. υπάρχω