δικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δικός η δική το δικό
      γενική του δικού της δικής του δικού
    αιτιατική τον δικό τη δική το δικό
     κλητική δικέ δική δικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δικοί οι δικές τα δικά
      γενική των δικών των δικών των δικών
    αιτιατική τους δικούς τις δικές τα δικά
     κλητική δικοί δικές δικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δικός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δικός < ελληνιστική κοινή ἰδικός < αρχαία ελληνική ἴδιος < +‎ -δ- +‎ -ιος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ðiˈkos/

Επίθετο[επεξεργασία]

δικός, -ή, -ό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]