ίδιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ίδιος ίδια ίδιο
γενική ίδιου

(ιδίου)

ίδιας

(ιδίας)

ίδιου

(ιδίου)

αιτιατική ίδιο ίδια ίδιο
κλητική ίδιε ίδια ίδιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ίδιοι ίδιες ίδια
γενική ίδιων

(ιδίων)

ίδιων

(ιδίων)

ίδιων

(ιδίων)

αιτιατική ίδιους ίδιες ίδια
κλητική ίδιοι ίδιες ίδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ίδιος < αρχαία ελληνική ἴδιος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά 1[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈi.ði.ɔs/

Open book 01.svg Επίθετο 1[επεξεργασία]

ίδιος -ία -ον

  1. που χαρακτηρίζει με ιδιαίτερο τρόπο ένα άτομο, ανήκει σε αυτό ή προέρχεται από αυτό, δικός, προσωπικός
    ιδία δαπάνη (με προσωπική δαπάνη)
  2. όμοιος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά 2[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈi.ðʝɔs/

Open book 01.svg Επίθετο 2[επεξεργασία]

ίδιος -α -ο

  1. όμοιος με κάτι/κάποιον άλλο
    οι δύο φίλες αποφάσισαν να φορέσουν για το αποκριάτικο πάρτι ίδιες στολές
    οι δύο πολιτικοί έχουν τις ίδιες ιδέες για το ζήτημα
  2. που δεν έχει αλλάξει καθόλου, αμετάβλητος
    μετά από τοσα χρόνια τον αναγνώρισα αμέσως· έχει μείνει ίδιος κι απαράλλακτος

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Αντωνυμία[επεξεργασία]

ίδιος -α -ο

  • (με άρθρο) οριστική αντωνυμία
με πρόδωσε ο ίδιος μου ο αδελφός