Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]


ΔΦΑ : /seɪm/


same (en)

  1. (the same) ο ίδιος, ο αυτός και όχι άλλος
    Don’t do the same again!
    Μην ξανακάμεις τα ίδια πάλι.
    Despite all of his hardships, he remained the same.
    Παρ΄ όλες τις ταλαιπωρίες του, αυτός παρέμενε ο ίδιος.
    They beat you up, you say? Well, I’ll do the same myself.
    Σε δείρανε, είπες; ε, το ίδιο θα κάνω κι εγώ.
    Nothing stays the same, everything changes.
    Τίποτα δε μένει το ίδιο, όλα αλλάζουν.
  2. (the same) ίδιος, που έχει τον ίδιο αριθμό, χρώμα, μέγεθος, ιδιότητα κτλ.
    He is the same as his father.
    Είναι ίδιος με τον πατέρα του.
    Pity he is the same as his brother.
    Κρίμα, είναι ίδιος με τον αδερφό του.
    You always help me and I will do the same for you.
    Πάντα με βοήθησες και τώρα θα κάνω το ίδιο εγώ για σένα.


same (en) (χωρίς παραθετικά)

  1. ίδιος, εντελώς όμοιος, χωρίς καμία διαφορά
    on the very same day - την ίδια ακριβώς μέρα
    We work in the same department.
    Δουλεύουμε στο ίδιο τμήμα.
    Mine is the completely the same as yours.
    Το δικό μου είναι απολύτως ίδιο με το δικό σου.
    This is the exact same knife that…
    Είναι το ίδιο ακριβώς μαχαίρι που…
    These are his same words.
    Αυτά είναι τα ίδια του τα λόγια.
    These prices are the same as before the war.
    Η τιμή είναι ίδια με την προπολεμική.
    Our views are completely the same.
    Οι απόψεις μας είναι εντελώς όμοιες.
     συνώνυμα:  identical και one
  2. ίδιος, όμοιος, παρόμοιος, πολύ παρόμοια αλλά όχι ακριβώς ίδια
    I have a bag the same as yours. (=not exactly yours but the same type)
    Έχω μια τσάντα ίδια με τη δική σου (=όχι ακριβώς δικό σου αλλά του ίδιου είδους).
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη similar


same (en) (χωρίς παραθετικά)

  • (συνήθως the same) ίδια
    The twins dress the same.
    Τα δίδυμα ντύνονται ίδια.