one
Μετάβαση στην πλοήγηση
Πήδηση στην αναζήτηση
Αγγλικά (en)[επεξεργασία]
Προφορά[επεξεργασία]
Αντωνυμία[επεξεργασία]
one (en) (ονομαστική ενικού, γ' προσώπου, χωρίς γένος) αιτιατική: one, αυτοπαθής: oneself, κτητικός προσδιοριστής: one's)
- (αόριστη ονομαστική προσωπική αντωνυμία) κάποιος, κανένας/κανείς (στη σημασία: κάποιος)
- ↪ One must always be careful.
- Πρέπει κανείς να προσέχει πάντα.
- ↪ One must always be careful.
- (αόριστη αντωνυμία) ένας
- ↪ Take one - Πάρε ένα
Αριθμητικό[επεξεργασία]
one (en)
Δείτε επίσης[επεξεργασία]
αγγλικές αντωνυμίες - English pronouns
Πηγές[επεξεργασία]
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 411. ISBN 9780194325684., λήμμα: κανείς
Πολωνικά (pl)[επεξεργασία]
Προφορά[επεξεργασία]
Αντωνυμία[επεξεργασία]
one (pl)