Μετάβαση στο περιεχόμενο

subjective

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
subjective < subject + -ive

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός subjective
συγκριτικός more subjective
υπερθετικός most subjective

subjective (en)

Σύνθετα

[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
subjective subjectives

subjective (fr)