λόγιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική λόγιος λόγια λόγιο
γενική λόγιου λόγιας λόγιου
αιτιατική λόγιο λόγια λόγιο
κλητική λόγιε λόγια λόγιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική λόγιοι λόγιες λόγια
γενική λόγιων λόγιων λόγιων
αιτιατική λόγιους λόγιες λόγια
κλητική λόγιοι λόγιες λόγια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λόγιος < αρχαία ελληνική λόγιος < λόγος < λέγω (σημασιολογικό δάνειο από γαλλική érudit)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈlɔ.ɣi.ɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

λόγιος, -α, -ο

  1. μορφωμένος, καλλιεργημένος, ευρυμαθής
  2. (για λόγο, έκφραση κ.λπ.) έντεχνος, καλλιεργημένος, προσεγμένος, επίσημος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]