Μετάβαση στο περιεχόμενο

λέγω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λέγω < λόγια χρήση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα λέγω < αρχαία ελληνική λέγω[1]
ιδιωματική χρήση < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λέγω < αρχαία ελληνική λέγω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈle.ɣo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λέγω

λέγω, π.αόρ.: ἐλέχθην

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

* *λέγω* - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα) * Όροι με λεγω  Άννα Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  λέγω   λέγομαι 
Παρατατικός  ἔλεγον   ἐλεγόμην 
Μέλλοντας  λέξω, ἐρῶ   λέξομαι, λεχθήσομαι, ρηθήσομαι 
Αόριστος  ἔλεξα, εἶπα, εἶπον   ἐλεξάμην, ἐλέχθην, ἐρρήθην 
Παρακείμενος  εἴρηκα   εἴρημαι 
Υπερσυντέλικος  εἰρήκειν   εἰρήμην 
Συντελ.Μέλλ.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λέγω < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *légō < (κληρονομημένο) πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *leǵ- (συλλέγω, συγκεντρώνω)[3]. Ομόρριζα: ελληνιστική κοινή λώγη, δωρική διάλεκτος ἐλώγη. Συγγενή: λατινική legō.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /lé.gɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
ΔΦΑ : /ˈle.go/ (4ος μ.Χ. αιώνας Κοινή)
τυπογραφικός συλλαβισμός: λέγω

λέγω

  1. συλλέγω, μαζεύω
  2. αριθμώ, συγκαταλέγω
  3. απαριθμώ, επαναλαμβάνω, διηγούμαι
  4. συγκαταλέγομαι, απαριθμούμαι
  5. λέω, μιλώ, αναφέρω
  6. (ενεργητική φωνή) αποκαλώ, θεωρώ, προσδιορίζω
  7. (παθητική φωνή) αποκαλούμαι, θεωρούμαι, προσδιορίζομαι
  8. διατάζω, παραγγέλλω
  9. ανακοινώνω, διακηρύττω
  10. διαβάζω φωναχτά
  11. τραγουδώ, ψάλλω
  12. εγκωμιάζω, εξυμνώ
  13. καυχιέμαι για κάτι
  14. κάνω λόγο για κάτι
  15. έχω ρητορική ικανότητα, ευφράδεια
  16. (μεσοπαθητική φωνή) απαριθμώ, επαναλαμβάνω, διηγούμαι
  17. (παθητική φωνή) συλλέγομαι, επιλέγομαι
  18. (παθητική φωνή) λέγομαι, αναφέρομαι

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • Επίσης υπάρχει επικός τύπος γ΄ προσώπου ενικού οριστικής μέσου αορίστου: λέκτο (Οδύσσεια 4,451; 9,335)
  1. λέγω -  Γιώργος Β. Κάτος, Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας, Θεσσαλονίκη, 2016 online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)
  2. λέγω -  Γιώργος Β. Κάτος, Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας, Θεσσαλονίκη, 2016 online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)
  3. Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.