καλλιεργημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο καλλιεργημένος η καλλιεργημένη το καλλιεργημένο
      γενική του καλλιεργημένου της καλλιεργημένης του καλλιεργημένου
    αιτιατική τον καλλιεργημένο την καλλιεργημένη το καλλιεργημένο
     κλητική καλλιεργημένε καλλιεργημένη καλλιεργημένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι καλλιεργημένοι οι καλλιεργημένες τα καλλιεργημένα
      γενική των καλλιεργημένων των καλλιεργημένων των καλλιεργημένων
    αιτιατική τους καλλιεργημένους τις καλλιεργημένες τα καλλιεργημένα
     κλητική καλλιεργημένοι καλλιεργημένες καλλιεργημένα
όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλλιεργημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καλλιεργώ

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.li.eɾ.ʝiˈme.nos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: καλ‐λι‐ερ‐γη‐μέ‐νος

Μετοχή[επεξεργασία]

καλλιεργημένος αρσενικό, καλλιεργημένη θηλυκό, καλλιεργημένο ουδέτερο

  1. (κυριολεκτικά: βοτανική, γεωπονία) που έχει καλλιεργηθεί
    το χωράφι είναι καλλιεργημένο
  2. (μεταφορικά) που έχει μόρφωση, καλαισθησία, τρόπους κ.τ.ό.
    είναι πολύ καλλιεργημένος άνθρωπος

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]