καλλιεργημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική καλλιεργημένος καλλιεργημένη καλλιεργημένο
γενική καλλιεργημένου καλλιεργημένης καλλιεργημένου
αιτιατική καλλιεργημένο καλλιεργημένη καλλιεργημένο
κλητική καλλιεργημένε καλλιεργημένη καλλιεργημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καλλιεργημένοι καλλιεργημένες καλλιεργημένα
γενική καλλιεργημένων καλλιεργημένων καλλιεργημένων
αιτιατική καλλιεργημένους καλλιεργημένες καλλιεργημένα
κλητική καλλιεργημένοι καλλιεργημένες καλλιεργημένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλλιεργημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καλλιεργώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

καλλιεργημένος, -η, -ο

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]