καλαισθησία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καλαισθησία καλαισθησίες
γενική καλαισθησίας καλαισθησιών
αιτιατική καλαισθησία καλαισθησίες
κλητική καλαισθησία καλαισθησίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλαισθησία < καλαίσθητος +-σία < καλός + αίσθησις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καλαισθησία θηλυκό

  1. η ικανότητα να αντιλαμβάνεσαι τι είναι ωραίο, το καλό γούστο, η κομψότητα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]