γούστο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γούστο γούστα
γενική γούστου γούστων
αιτιατική γούστο γούστα
κλητική γούστο γούστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γούστο < βενετική gusto < λατινική gustus < πρωτοϊταλικά *gustus < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ǵéwstus (γεύομαι) < *ǵews (δοκιμάζω, γεύομαι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γούστο ουδέτερο

  • η αντίληψη που έχει κάποιος για αισθητικά ζητήματα ή θέματα σχετικά με το ωραίο
έχει καλό γούστο στο φαγητό
  • (πληθυντικός) οι προσωπικές επιλογές και προτιμήσεις
καθένας με τα γούστα του
  • η καλλιεργημένη κι εκλεπτυσμένη αισθητική
είναι άνθρωπος με γούστο
  • καθετί που προκαλεί εύθυμη διάθεση, ευχαρίστηση και ιλαρότητα

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • έχει γούστο!: για κάτι ανεπιθύμητο που μόλις έχομε σκεφτεί
  • μη μου χαλάς τα γούστα: μη μου χαλάς τη διάθεση
  • χάριν γούστου: για απλή ευχαρίστηση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]