Μετάβαση στο περιεχόμενο

διάθεση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η διάθεση οι διαθέσεις
      γενική της διάθεσης* των διαθέσεων
    αιτιατική τη διάθεση τις διαθέσεις
     κλητική διάθεση διαθέσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, διαθέσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διάθεση < αρχαία ελληνική διάθεσις < διατίθημι < διά + τίθημι (=θέτω)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

διάθεση θηλυκό

  1. Η συναισθηματική κατάσταση
      Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι όταν νιώθουμε έτσι, ο χρόνος που περνάμε στην οθόνη επιβαρύνει τη διάθεσή μας αντί να τη βελτιώνει. Οι οθόνες μάς κάνουν να νιώθουμε πιο μόνοι, πιο ξεκομμένοι και λιγότερο ικανοποιημένοι με τον εαυτό μας. (www.kathimerini.gr, 04.01.2024)
    • Η όρεξη για κάποια δραστηριότητα· η ψυχολογική τάση να κάνεις κάτι
       συνώνυμα: όρεξη, τάση, κέφι
      παράδειγμα  Ήρθε στη δουλειά με κέφι και καλή διάθεση
      παράδειγμα  είμαι πολύ κουρασμένος και δεν έχω διάθεση να διασκεδάσω
  2. το να διαθέτεις (δίνεις, χορηγείς ή πωλείς) σε κάποιον άλλον χρήματα, αγαθά, υπηρεσίες
     συνώνυμα: παροχή, δαπάνη, χορήγηση, πώληση
    παράδειγμα  απαγορεύεται η διάθεση των προϊόντων αυτών στα περίπτερα
      Δεν είναι πάντα αναγκαίο, βέβαια, αυτή η πολιτική βούληση να συνδυάζεται με τη διάθεση δημοσίου χρήματος, παρατηρεί ο κ. Χατζηβασιλειάδης για να συμπληρώσει: (www.kathimerini.gr, 10.10.2004)
    παράδειγμα  έξοδα διάθεσης: (λογιστική, για εμπορεύματα και προϊόντα) αφορά την αποθήκευση, την προετοιμασία για πώληση, την προώθηση, την διαφήμιση, την παράδοση στους πελάτες, κλπ.
  3. ετοιμότητα
    1. το να διαθέτεις τον εαυτό σου σε κάποιον, να είσαι έτοιμος να προσφέρεις τις υπηρεσίες σου
      παράδειγμα  οι παίκτες της ομάδας επέστρεψαν από τις διακοπές τους και τέθηκαν στη διάθεση του προπονητή
      παράδειγμα  είμαι στη διάθεσή σας να το συζητήσουμε
      παράδειγμα  στη διάθεση της υπηρεσίας: για δημόσιους υπαλλήλους που δεν έχουν τοποθετηθεί σε οργανική θέση
    2. για κάτι που είναι έτοιμο να χρησιμοποιηθεί αν υπάρξει ανάγκη
        «Ξέρω ότι η ακρίβεια, ειδικά στα τρόφιμα, είναι επίμονη. Ομως η κυβέρνηση θα είναι πάντα εδώ και θα χρησιμοποιήσει όλα τα εργαλεία που έχει στη διάθεσή της έτσι ώστε να περιορίσει το πρόβλημα όσο το δυνατόν περισσότερο», είναι το μήνυμά του στο τελευταίο story. (www.kathimerini.gr, 11.11.2023)
  4. (γραμματική) ιδιότητα του ρήματος, η οποία αφορά τη σχέση της ενέργειας που αυτο εκφράζει προς το υποκείμενο και η οποία είναι ανεξάρτητη από τη φωνή

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • Η φωνή του ρήματος (ενεργητική ή παθητική στα νέα ελληνικά) αναφέρεται μόνον στον γραμματικό τύπο ή στη μορφή της κατάληξης (π.χ. -ω ή -ομαι)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]