όρεξη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική όρεξη ορέξεις
γενική όρεξης
& ορέξεως
ορέξεων
αιτιατική όρεξη ορέξεις
κλητική όρεξη ορέξεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

όρεξη < αρχαία ελληνική ὄρεξις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

όρεξη θηλυκό

  1. η επιθυμία για φαγητό
  2. η επιθυμία να κάνει κάτι ή να ασχοληθεί με κάτι κανείς
    έχει όρεξη για διάβασμα

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • τρώγοντας έρχεται η όρεξη: ακόμα κι αν δεν σου αρέσει κάτι θα αρχίσει να σου αρέσει όταν ασχοληθείς μαζί του
  • περί ορέξεως κολοκυθόπιτα, περί ορέξεως ουδείς λόγος: στα θέματα γούστου δεν υπάρχουν κανόνες και πρότυπα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]