humeur

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

humeur < λατινικά humor

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /y.mœʁ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
humeur humeurs

humeur (fr) θηλυκό

  1. η διάθεση, το κέφι
    il est de bonne humeur - είναι καλοδιάθετος
    il est de mauvaise humeur - είναι κακοδιάθετος