Μετάβαση στο περιεχόμενο

disposal

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

disposal (en)

  1. διευθέτηση, κατηγοριοποίηση, ταξινόμηση
  2. απόρριψη, το να πετάει κάποιος κάτι ως άχρηστο
  3. διάθεση
at your disposal: στη διάθεσή σας