mode

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
mode modes

mode (en)

  1. ο τρόπος, η μέθοδος
    camera in night mode : κάμερα σε νυχτερινή λειτουργία
    in (something) mode: σε (τάδε) λειτουργία/επιλογή
  2. η μόδα



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

mode 

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
mode modes

mode (fr) αρσενικό

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
mode modes

mode (fr) θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]