modiste

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

modiste < mode

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
modiste modistes

modiste (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. (παρωχημένο) πωλητής γυναικείων ενδυμάτων και αξεσουάρ
  2. κατασκευαστής γυναικείων καπέλων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: mode