γυναικείος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γυναικείος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γυναικεῖος < γυνή, γυναικ- + -εῖος (-είος). Συγκρίνετε με το γυναίκειος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ʝi.neˈci.os/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : γυ‐ναι‐κεί‐ος
Επίθετο
[επεξεργασία]γυναικείος, -α, -ο
- που ανήκει ή αναφέρεται στη γυναίκα, σε ενήλικα που ανήκει στο γυναικείο φύλο
γυναικεία συμπεριφορά, γυναικείο ντύσιμο, γυναικεία φυλακή, γυναικείος πληθυσμός- ※ Αυτός ... κοιτάει τα ασπρόμαυρα γυναικεία παπούτσια με το λουράκι που αγκαλιάζει τη φτέρνα και πιάνει στην αγκράφα πάνω από τον αστράγαλο (Θωμάς Σκάσσης, Ελληνικό Σταυρόλεξο, εκδ. Πόλις, 2000, σελ. 553)
- → δείτε γυναικεία: τα είδη, σε εμπορικά καταστήματα (γυναικεία, παιδικά, ανδρικά)
- που μοιάζει με γυναίκα ή μοιάζει να ανήκει σε γυναίκα, όμως αυτό δεν ισχύει
άσε τα γυναικεία καμώματα, ακόμα είσαι 13 χρονών
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- γυναικεία (επίρρημα, ουδέτερο πληθυντικός)
- γυναικειό (ουδέτερο)
- γυναικίζω
- γυναικωτός
→ και δείτε τη λέξη γυναίκα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -είος (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)