ρύθμιση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρύθμιση ρυθμίσεις
γενική ρύθμισης
& ρυθμίσεως
ρυθμίσεων
αιτιατική ρύθμιση ρυθμίσεις
κλητική ρύθμιση ρυθμίσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρύθμιση < μεσαιωνική ελληνική ῥύθμισις < αρχαία ελληνική ῥυθμίζω < ῥυθμός < ῥέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *srew- (ρέω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɾiθ.mi.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρύθμιση θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]