setting

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

setting (en)

  1. η διάταξη, η ρύθμιση
  2. (κλίμα περιόδου ή ιδεολογικού πλαισίου) περιβάλλον, πλαίσιο, ατμόσφαιρα, κλίμα