setting

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

setting (en)

  1. η διάταξη, η ρύθμιση
  2. ρύθμιση (συσκευής)
    ※  [...] we’ll see how you can make Git operate in a more customized fashion, by introducing several important configuration settings [...] (Pro Git 2nd ed. Edition) [1]
    «[...] θα δούμε πώς μπορούμε να κάνουμε το Git να λειτουργεί με πιο εξατομικευμένο τρόπο, εισάγοντας αρκετές σημαντικές ρυθμίσεις διαμόρφωσης [...]» [2]
  3. (κλίμα περιόδου ή ιδεολογικού πλαισίου) περιβάλλον, πλαίσιο, ατμόσφαιρα, κλίμα

Αναφορές[επεξεργασία]