προσαρμογή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η προσαρμογή οι προσαρμογές
      γενική της προσαρμογής των προσαρμογών
    αιτιατική την προσαρμογή τις προσαρμογές
     κλητική προσαρμογή προσαρμογές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσαρμογή < ελληνιστική κοινή προσαρμογή < προς + αρμόζω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɾo.saɾ.moˈʝi/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προσαρμογή θηλυκό

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προσαρμόζω
    1. το ταίριασμα κάποιων πραγμάτων μεταξύ του και η σύνδεσή τους
    2. η τροποποίηση και αλλαγή που γίνεται σε κάτι, προκειμένου να ταιριάζει ή να συμφωνεί με κάτι άλλο
  2. (πληροφορική) βλ. συνώνυμο ρύθμιση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]