αλλαγή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλλαγή < αρχαία ελληνική ἀλλαγή < ἀλλάσσω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλλαγή θηλυκό

  1. η ενέργεια του αλλάζω
    έκανε μια αλλαγή στις ρυθμίσεις και έτρεξε την εφαρμογή ξανά
  2. το αποτέλεσμα του αλλάζω, η διαφορά που προκαλείται από την ενέργεια
    η αλλαγή στη συμπεριφορά του ήταν απροσδόκητη
  3. ...

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]