μείωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μείωση μειώσεις
γενική μείωσης
& μειώσεως
μειώσεων
αιτιατική μείωση μειώσεις
κλητική μείωση μειώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μείωση < μειώνω < μείων

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μείωση θηλυκό

  1. το να κάνω κάτι μικρότερο ή λιγότερο· το αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας.
    Είναι επιτακτική ανάγκη η μείωση των ρύπων από τα οχήματα.
  2. (βιολογία) είδος κυτταρικής διαίρεσης κατά την οποία τα κύτταρα που προκύπτουν έχουν το μισό αριθμό χρωμοσωμάτων από το αρχικό.

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]