Μετάβαση στο περιεχόμενο

μειώνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μειώνω < αρχ. ρ. μειῶ (-όω) + -ώνω < μείων παθητική φωνή μειώνομαι μππ.μειωμένος

μειώνω

  1. κάνω κάτι μικρότερο σε μέγεθος ή σε αριθμό ή σε ένταση κλπ
    παράδειγμα  Είναι ανάγκη να μειώσουμε τα έξοδά μας.
  2. (για πρόσωπα) προσβάλλω, φέρομαι υποτιμητικά
    παράδειγμα  Αυτή η συμπεριφορά του με μειώνει.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]