μειώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μειώνω < αρχ. ρ. μειῶ (-όω) < μείων παθητική φωνή μειώνομαι μππ.μειωμένος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μειώνω

  1. κάνω κάτι μικρότερο σε μέγεθος ή σε αριθμό ή σε ένταση κλπ
    Είναι ανάγκη να μειώσουμε τα έξοδά μας.
  2. (για πρόσωπα) προσβάλλω, φέρομαι υποτιμητικά
    Αυτή η συμπεριφορά του με μειώνει.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]