περιορίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περιορίζω < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική limiter - λόγιο: ελληνιστική κοινή περιορίζω ("θέτω όρια")[1] < πρωτοελληνική *wórwos < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *werw

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pε.ɾi.ɔ.ˈɾi.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

περιορίζω (παθητική φωνή: περιορίζομαι)

  1. μειώνω, ελαττώνω
  2. θέτω όρια
  3. εμποδίζω
  4. εμποδίζω την επέκταση
  5. εξαναγκάζω κάποιον να παραμείνει σε συγκεκριμένο χώρο, χωρίς δυνατότητα αποχώρησης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. περιορίζω στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.