περιορίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περιορίζω < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική limiter - λόγιο: ελληνιστική κοινή περιορίζω ("θέτω όρια")[1] < πρωτοελληνική *wórwos < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *werw

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pε.ɾi.ɔ.ˈɾi.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

περιορίζω (παθητική φωνή: περιορίζομαι)

  1. μειώνω, ελαττώνω
  2. θέτω όρια
  3. εμποδίζω
  4. παραμένω παραμένει
  5. εμποδίζω την επέκταση
  6. εξαναγκάζω κάποιον να παραμείνει σε συγκεκριμένο χώρο, χωρίς δυνατότητα αποχώρησης

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]