Μετάβαση στο περιεχόμενο

confine

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας confine
γ΄ ενικό ενεστώτα confines
αόριστος confined
παθητική μετοχή confined
ενεργητική μετοχή confining

confine (en)

  1. κλείνω, περιορίζω κάποιον ή κάτι μέσα σε ένα χώρο
    παράδειγμα  He spends his whole life confined in an office.
    Περνά όλη τη ζωή του κλεισμένος σε ένα γραφείο.
  2. θέτω κάποιον σε περιορισμό (εγκλείω, φυλακίζω)

Σύνθετα

[επεξεργασία]



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

confine (it)

  1. σύνορο