confine

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

confine (en)

  1. περιορίζω
  2. θέτω κάποιον σε περιορισμό (εγκλείω, φυλακίζω)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]




Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

confine (it)

  1. σύνορο