σύνορο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | σύνορο | τα | σύνορα |
| γενική | του | συνόρου & σύνορου |
των | συνόρων |
| αιτιατική | το | σύνορο | τα | σύνορα |
| κλητική | σύνορο | σύνορα | ||
| Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σύνορο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σύνορον ουσιαστικοποιημένο επίθετο < αρχαία ελληνική σύνορος [1] < σύν + αρχαία ελληνική ὅρος
- για τη μεταφορική σημασία: < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική frontière [2]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈsi.no.ɾo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σύ‐νο‐ρο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σύνορο ουδέτερο
- φράχτης, άλλο διαχωριστικό ή νοητή γραμμή που χωρίζει δύο κτήματα, ιδιοκτησίες ή διοικητικές οντότητες μεταξύ τους
- ※ όταν το έθνος «περιφράχθηκε» μέσα στα κρατικά σύνορα, η εθνοτική/εθνική συμβίωση της προγενέστερης φάσης μετασχηματίστηκε σε γειτονία εθνικών κρατών (Σπυρίδων Πλουμίδης, Έδαφος και μνήμη στα Βαλκάνια: Ο "γεωργικός εθνικισμός" στην Ελλάδα και στη Βουλγαρία (1927-1946), εκδ. Πατάκης, 2013)
- ※ Στην πράξη αναφέρεται σε μη εγκατεστημένους μεταφορείς οι οποίοι, αντί να επιστρέψουν χωρίς φορτίο έπειτα από μια διεθνή μεταφορά, αναλαμβάνουν την παράδοση και άλλου φορτίου στη χώρα υποδοχής προτού φτάσουν και πάλι στα σύνορα. (*)
- ≈ συνώνυμα: όριο
- (μεταφορικά) (συνήθως στον πληθυντικό) κάτι που θέτει όρια, που περιορίζει
- ※ Το ανησυχητικό και ελαφρώς ματαιόσπουδο είναι ότι η μέριμνα για τη γλωσσική κάθαρση επιθυμεί ασυνειδήτως να κλείσει τα (γλωσσικά) σύνορα, την ίδια ώρα που τα πολιτιστικά σύνορα έχουν περίπου καταργηθεί (Κωστής Παπαγιώργης, Υπεραστικά, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]Λέξεις με ασυνορ- ή συνορ με διαφορετική ετυμολογία και διαφορετικές σημασίες είτε από το σύνορο, είτε όπως το συνορίζομαι (συνερίζομαι) [3]
|
σημασία σύνορο |
σημασία συνερίζομαι < ερίζω |
ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΑ : |
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Σύνορα στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σύνορο
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
- ↑ σύνορο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ Όροι με ασυνορι-, συνορ- — Άννα Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
Πηγές
[επεξεργασία]- σύνορο - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα σύν- (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)