Grenze

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Grenze 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Grenze (de) θηλυκό

  1. το σύνορο
  2. το όριο