όριο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική όριο όρια
γενική ορίου ορίων
αιτιατική όριο όρια
κλητική όριο όρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

όριο < αρχαία ελληνική ὅριον, υποκοριστικό του ὅρος < πρωτοελληνική *wórwos < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *werw-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɔ.ɾi.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

όριο ουδέτερο

  1. σύνορο
  2. (κυριολεκτικά) (μεταφορικά) το σημείο που βρίσκεται στην άκρη ή σε κάποιον ακρότατο τόπο
  3. (μεταφορικά) ό,τι διαχωρίζει πράγματα, καταστάσεις, χρονικές περιόδους κ.λπ. ή βρίσκεται ανάμεσά τους

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]