οριακός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική οριακός οριακή οριακό
γενική οριακού οριακής οριακού
αιτιατική οριακό οριακή οριακό
κλητική οριακέ οριακή οριακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική οριακοί οριακές οριακά
γενική οριακών οριακών οριακών
αιτιατική οριακούς οριακές οριακά
κλητική οριακοί οριακές οριακά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οριακός < όριο + -ακός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική marginal)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

οριακός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με (κάποια) όρια, αναφέρεται σ’ αυτά ή βρίσκεται σ’ αυτά
  2. που έχει σχέση με (κάποια) σύνορα, αναφέρεται σ’ αυτά ή βρίσκεται σ’ αυτά
    συνώνυμα: συνοριακός
  3. που έχει φτάσει σ’ ένα υψηλό σημείο και θα θέλαμε να μειωθεί ή σ’ ένα χαμηλό σημείο και θα θέλαμε να αυξηθεί
  4. (μεταφορικά) κρίσιμος

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]