μεταφραστικό δάνειο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μεταφραστικό δάνειο < πιθανόν μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Lehnübersetzung ή αγγλική loan translation → δείτε τις λέξεις μεταφραστικός και δάνειο.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /me.ta.fɾa.stiˈko ˈða.ni.o/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : με‐τα‐φρα‐στι‐κό δά‐νει‐ο
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]μεταφραστικό δάνειο ουδέτερο
- (γλωσσολογία, είδος γλωσσικού δανείου) δάνεια λέξη, όρος ή φράση που δημιουργείται σε αποδέκτρια δανειζόμενη γλώσσα από την πιστή μετάφραση της αντίστοιχης λέξης, όρου ή φράσης της ξένης γλώσσας, της δανείστριας γλώσσας)
Η έκφραση «από πού κι ως πού» είναι μεταφραστικό δάνειο της έκφρασης «nereden nereye» από τα τουρκικά.
Η λέξη ουρανοξύστης είναι μεταφραστικό δάνειο της λέξης skyscraper από τα αγγλικά.
Ο όρος βιβλίο τσέπης είναι μεταφραστικό δάνειο της έκφρασης pocket book από τα αγγλικά.- σημειωση H ελεύθερη μετάφραση όρου από δότρια προς δέκτρια γλώσσα ονομάζεται απόδοση.
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια (νέα ελληνικά) στο Βικιλεξικό
- λήμματα-μεταφραστικά δάνεια στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας.). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- σημασιολογικό δάνειο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γλωσσολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)