knapp

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

knapp (de)

  1. ισχνός
  2. που γίνεται με μικρή διαφορά, μόλις και μετά βίας