ισχνός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ισχνός ισχνή ισχνό
γενική ισχνού ισχνής ισχνού
αιτιατική ισχνό ισχνή ισχνό
κλητική ισχνέ ισχνή ισχνό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ισχνοί ισχνές ισχνά
γενική ισχνών ισχνών ισχνών
αιτιατική ισχνούς ισχνές ισχνά
κλητική ισχνοί ισχνές ισχνά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ισχνός < (λόγιο) αρχαία ελληνική ἰσχνός[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /isˈxnɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /isˈxni/ θηλυκό
ΔΦΑ : /isˈxnɔ/ ουδέτερο

Επίθετο[επεξεργασία]

ισχνός, -ή, -ό

  1. εξαιρετικά αδύνατος (ως προς τη σωματική κατασκευή)
     συνώνυμα: καχεκτικός, λιπόσαρκος
     αντώνυμα: εύσωμος, παχύς, παχουλός
  2. εξαιρετικά αδύνατος (ως προς την ένταση)
     συνώνυμα: αδύναμος
  3. (μεταφορικά) καθόλου πειστικός, χωρίς αποδεικτική επάρκεια
    μια ισχνή δικαιολογία
  4. (μεταφορικά) πολύ μικρής αξίας
    δεν τα έβγαζε πέρα με τον ισχνό μισθό του
     συνώνυμα: γλίσχρος, πενιχρός
     αντώνυμα: παχυλός

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • περίοδος ισχνών αγελάδων : περίοδος φτώχιας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]