πενιχρός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | πενιχρός | η | πενιχρή | το | πενιχρό |
| γενική | του | πενιχρού | της | πενιχρής | του | πενιχρού |
| αιτιατική | τον | πενιχρό | την | πενιχρή | το | πενιχρό |
| κλητική | πενιχρέ | πενιχρή | πενιχρό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | πενιχροί | οι | πενιχρές | τα | πενιχρά |
| γενική | των | πενιχρών | των | πενιχρών | των | πενιχρών |
| αιτιατική | τους | πενιχρούς | τις | πενιχρές | τα | πενιχρά |
| κλητική | πενιχροί | πενιχρές | πενιχρά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πενιχρός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πενιχρός[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pe.niˈxɾos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πε‐νι‐χρός
Επίθετο
[επεξεργασία]πενιχρός, -ή, -ό, συγκριτικός : πενιχρότερος, υπερθετικός : πενιχρότατος
- που δεν επαρκεί, δεν ικανοποιεί
πενιχρά μέσα
Πώς να ζήσει με μια πενιχρή σύνταξη;- ※ Ἀπεσπάσθησαν οὕτω πολλοί, σχεδὸν οἱ ἡμίσεις τῶν ἀνδρῶν. Ὅθεν, ὅταν ἡ διαδήλωσις τοῦ Λάμπρου τοῦ Βατούλα ἔφθασεν εἰς τὴν προκυμαίαν, ἔκαμεν εἰς ὅλους πενιχρὰν ἐντύπωσιν.
- ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Οἱ Χαλασοχώρηδες, 1892,
- ≈ συνώνυμα: ανεπαρκής, λίγος
- ≠ αντώνυμα: πλουσιοπάροχος[2]
- φτωχός, φτωχικός
- ※ Τα κτερίσματα αυτού του τάφου, αντίθετα με την πολυτελή κατασκευή του ήταν μάλλον πενιχρά. Βρέθηκαν, εκτός από αβαφή όστρακα, μια μικρή οινοχόη, όμοια με του τάφου Τ1, ένα χάλκινο δαχτυλίδι, μια οστέινη ψήφος, θραύσματα από χάλκινα ενώτια, από τα οποία το ένα με γυάλινα στοιχεία (Εικ. 17) και ένα πολύ μικρό.. (Το Αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και Θράκη, Τόμος 8, ΑΠΘ, 1998, σελ. 246)
- ασήμαντος
Παράγωγα
[επεξεργασία]- πενιχρά (επίρρημα)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- πενιχρότητα
- → δείτε τις λέξεις πένης και πενία
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πενιχρός
λιγοστός
|
→ δείτε τη λέξη λιγοστός |
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ πενιχρός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ πενιχρός - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]πενιχρός. ήδη ομηρικό < θέμα πεν- < ρήμα πένομαι (μοχθώ) απ' όπου και πένης. Η κατάληξη, με αναλογία προς το μελιχρός.[1][2]
Επίθετο
[επεξεργασία]πενιχρός, -ά, -όν, συγκριτικός : πενιχρότερος, υπερθετικός : πενιχρότατος
- φτωχός, πάμπτωχος
Παράγωγα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ πένομαι (& πενιχρός) σελ. 1172 - ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
- ↑ πενιχρός - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- πενιχρός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- πενιχρός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'ξηρός' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ξηρός' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)