πένης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πένης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πένης < πένομαι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πένης αρσενικό (κλιτικοί τύποι από την αρχαία κλίση)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πένης < πένομαι • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πένης αρσενικό

  1. αυτός που δουλεύει για το καθημερινό ψωμί του, μεροκαματιάρης, φτωχός άνθρωπος, που διακρίνεται από τον ζητιάνο
  2. φτωχός άνθρωπος
    χρειάζεται παράθεμα Λυσίας, {{s:Κατά Διογείτονος|Κατά Διογείτονος}}
  3. (ελληνιστική σημασία) φτωχός

Πηγές[επεξεργασία]