Μετάβαση στο περιεχόμενο

πένης

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : Πένυς

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πένης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πένης < πένομαι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πένης αρσενικό (κλιτικοί τύποι από την αρχαία κλίση)

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὁ πένης οἱ πένητες
      γενική τοῦ πένητος τῶν πενήτων
      δοτική τῷ πένητῐ τοῖς πένησῐ(ν)
    αιτιατική τὸν πένητᾰ τοὺς πένητᾰς
     κλητική ὦ! πένης πένητες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πένητε
γεν-δοτ τοῖν  πενήτοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'τάπης' όπως «τάπης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πένης < πένομαι • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πένης αρσενικό

  1. αυτός που δουλεύει για το καθημερινό ψωμί του, μεροκαματιάρης, φτωχός άνθρωπος, που διακρίνεται από τον ζητιάνο
  2. ο φτωχός άνθρωπος
    ※  5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Ἠλέκτρα, στίχ. 430
    τῆς δ᾽ ἐφ᾽ ἡμέραν βορᾶς | ἐς σμικρὸν ἥκει· πᾶς γὰρ ἐμπλησθεὶς ἀνὴρ | ὁ πλούσιός τε χὠ πένης ἴσον φέρει.
    Για το φαγί της κάθε μέρας είναι | το έξοδο μικρό· γιατί ο καθένας, | και πλούσιος και φτωχός, άμα χορτάσει, | την ίδιαν ευχαρίστηση θα νιώθει.
    (Τάσος Ρούσσος, Ευριπίδης, «Ηλέκτρα», Ακαδημία Αθηνών, 1988)
    ※  1ος/2ος κε αιώνας ⌘ Πλούταρχος, Ἠθικά Περὶ τῆς Ἀλεξάνδρου τύχης ἢ ἀρετῆς λόγος Β', 2.13 (343c) @scaife.perseus
    εἰ δὲ τούτων καὶ τῶν ὁμοίων ἀνδρῶν ἕκαστος πένης μὲν ἢ πλούσιος ἢ ἀσθενὴς ἢ ἰσχυρὸς ἢ ἄμορφος ἢ καλὸς ἢ εὔγηρως ἢ ὠκύμορος διὰ τύχην γέγονε,

Επίθετο

[επεξεργασία]

πένης, συγκριτικός :  πενέστερος, υπερθετικός :  πενέστατος