ανεπαρκής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανεπαρκής ανεπαρκής ανεπαρκές
γενική ανεπαρκούς ανεπαρκούς ανεπαρκούς
αιτιατική ανεπαρκή ανεπαρκή ανεπαρκές
κλητική ανεπαρκή(ής) ανεπαρκής ανεπαρκές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανεπαρκείς ανεπαρκείς ανεπαρκή
γενική ανεπαρκών ανεπαρκών ανεπαρκών
αιτιατική ανεπαρκείς ανεπαρκείς ανεπαρκή
κλητική ανεπαρκείς ανεπαρκείς ανεπαρκή

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανεπαρκής < αν- + επαρκής ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική insuffisant)

Επίθετο[επεξεργασία]

ανεπαρκής

  • που δεν είναι επαρκής, που δεν έχει τα απαραίτητα προσόντα για να ανταποκριθεί ικανοποιητικά σε συγκεκριμένες ανάγκες ή απαιτήσεις
    δυστυχώς, είναι ανεπαρκής στη δουλειά του

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]