ανεπαρκής
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | ανεπαρκής | η | ανεπαρκής | το | ανεπαρκές |
| γενική | του | ανεπαρκούς* | της | ανεπαρκούς | του | ανεπαρκούς |
| αιτιατική | τον | ανεπαρκή | την | ανεπαρκή | το | ανεπαρκές |
| κλητική | ανεπαρκή(ς) | ανεπαρκής | ανεπαρκές | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | ανεπαρκείς | οι | ανεπαρκείς | τα | ανεπαρκή |
| γενική | των | ανεπαρκών | των | ανεπαρκών | των | ανεπαρκών |
| αιτιατική | τους | ανεπαρκείς | τις | ανεπαρκείς | τα | ανεπαρκή |
| κλητική | ανεπαρκείς | ανεπαρκείς | ανεπαρκή | |||
| * Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού | ||||||
| Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ανεπαρκής < αν- + επαρκής (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική insuffisant)
Επίθετο
[επεξεργασία]ανεπαρκής, -ής, -ές
- που δεν είναι επαρκής, που δεν έχει τα απαραίτητα προσόντα για να ανταποκριθεί ικανοποιητικά σε συγκεκριμένες ανάγκες ή απαιτήσεις
Δυστυχώς, είναι ανεπαρκής στη δουλειά του.
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ανεπαρκής
|
Πηγές
[επεξεργασία]- ανεπαρκής - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ανεπαρκής - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)