Μετάβαση στο περιεχόμενο

παχουλός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο παχουλός η παχουλή το παχουλό
      γενική του παχουλού της παχουλής του παχουλού
    αιτιατική τον παχουλό την παχουλή το παχουλό
     κλητική παχουλέ παχουλή παχουλό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι παχουλοί οι παχουλές τα παχουλά
      γενική των παχουλών των παχουλών των παχουλών
    αιτιατική τους παχουλούς τις παχουλές τα παχουλά
     κλητική παχουλοί παχουλές παχουλά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παχουλός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική παχυλός με τροπή [i] > [u] [1]
Κατ' άλλη άποψη[2] (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική παχουλός < παχ(ύς) + -ουλός

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pa.xuˈlos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: παχουλός

Επίθετο

[επεξεργασία]

παχουλός, -ή, -ό

  • κάπως παχύς, ελαφρώς υπέρβαρος
      Την πόρτα άνοιξε μια γυναικούλα παχουλή, βοϊδομάτα, μὲ κορακάτα καλοχτενισμένα μαλλιά, χωρίστρα στη μέση. Το καλοπλυμένο πρόσωπό της χαμογέλαγε σὰ νἄβλεπε παλιοὺς γνώριμους
    Γιάννης Μαγκλής, Ο ήλιος δεν βασίλεψε ακόμα, μυθιστόρημα, 1962, σελ. 116
      Η παχουλή Ασπασία –το ήξερα– δε θα κουνούσε από την κουζίνα μέχρι ν' ανοίξει φύλλο για να κάνει κοτόπιτα. Είχα χρόνο ώσπου να έρθει η ώρα να τη βάλει στον φούρνο.
    Άλκη Ζέη, Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της, αρχική δημοσίευση: (2002), εκδόσεις: Μεταίχμιο, Αθήνα 2011, ISBN 9786180320008, @google.gr/books
      Κι από τον τέταρτο όροφο πολυκατοικίας να μας ρίξεις, είμαστε τόσο εύκαμπτες, που ξαναρχόμαστε στα ίσα μας στον αέρα και προσαράζουμε πάνω στις παχουλές μας πατούσες, που απορροφούν όλους τους κραδασμούς. Εσείς θα σπάζατε όλα τα κόκαλά σας, εμείς όχι. Και λοιπόν, τι; Ήταν σωστό να με βάζει να κάνω εγώ τον καραγκιόζη-ακροβάτη για να γελάνε οι καλεσμένοι της;
    Λένα Διβάνη, Εγώ ο Ζάχος Ζάχαρης, αρχική δημοσίευση: (2012), εκδόσεις: Πατάκη, Αθήνα 2024, ISBN 9789601696041, @google.gr/books

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. παχουλός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  • παχουλός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παχουλός < παχ(ύς) + -ουλός
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: παχουλός

Επίθετο

[επεξεργασία]

παχουλός

  1. ευτραφής, λίγο παχύς
      15ος αιώνας, Γεώργιος Χούμνος Η Κοσμογέννησις [Kosmog.], στίχ. 1280 (1279-1280) @dimodis.greeklanguage.gr
    Ἐσήκωσεν τὰ μάτια του καὶ βλέπει ἄσπρον ὡς γάλα
    ἕνα κριάριν παχουλὸν μὲ κέρατα μεγάλα.
    Γεώργιος Α. Μέγας (επιμ.), Γεώργιος Χούμνος, Η Κοσμογέννησις: ανέκδοτον στιχούργημα του 15ου αιώνος, έμμετρος παράφρασις της Γενέσεως και Εξόδου της Παλαιάς Διαθήκης, Ακαδημία Αθηνών: ΚΕΜΝΕ, Αθήνα 1975.
  2. (για χείλη) σαρκώδης

Κλιτικοί τύποι

[επεξεργασία]
  • παχουλόν (ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού ουδετέρου γένους)