παχύς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική παχύς παχιά παχύ
γενική παχιού
παχύ
παχιάς παχιού
αιτιατική παχύ παχιά παχύ
κλητική παχύ παχιά παχύ
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παχιοί
παχείς
παχιές παχιά
γενική παχιών παχιών παχιών
αιτιατική παχιούς
παχείς
παχιές παχιά
κλητική παχιοί
παχείς
παχιές παχιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παχύς < αρχαία ελληνική παχύς

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pa.ˈçis/ αρσενικό
ΔΦΑ : /pa.ˈçia/ θηλυκό
ΔΦΑ : /pa.ˈçi/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

παχύς, -ιά/-ειά, -ύ

  1. που έχει μεγάλο πάχος ή όγκο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: χοντρός πατσόλας
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: λεπτός τσιλιμπής
  2. (ειδικότερα) που έχει πολύ λίπος ή μεγάλο βάρος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εύσαρκος, ευτραφής, παχύσαρκος, παχύσωμος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: αδύνατος, άπαχος, λιπόσαρκος
  3. (υγρά) που έχει μεγάλη πυκνότητα ή βρίσκεται σε ημίρρευστη κατάσταση
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: παχύρρευστος, πηχτός, πυκνόρρευστος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: αραιός, λεπτόρρευστος
  4. (κατ’ επέκταση) που διαθέτει μεγάλη πυκνότητα
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: αραιός
  5. που περιέχει κάτι σε μεγάλη ποσότητα
  6. (μεταφορικά) που έχει πομπώδη κι εντυπωσιακή συμπεριφορά, αλλά χωρίς ουσία και σοβαρότητα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • η εποχή / η περίοδος των παχιών αγελάδων : περίοδος πλούτου
  • παχιά λόγια : πομπώδεις κι εντυπωσιακές εκφράσεις, που όμως δεν σχετίζονται με την πραγματικότητα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παχύς < *φαχ-ύς (με ανομοίωση)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

παχύς

  • ...