παχύτερος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική παχύτερος παχύτερη παχύτερο
γενική παχύτερου παχύτερης παχύτερου
αιτιατική παχύτερο παχύτερη παχύτερο
κλητική παχύτερε παχύτερη παχύτερο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παχύτεροι παχύτερες παχύτερα
γενική παχύτερων παχύτερων παχύτερων
αιτιατική παχύτερους παχύτερες παχύτερα
κλητική παχύτεροι παχύτερες παχύτερα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παχύτερος < συγκριτικός βαθμός του παχύς

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

παχύτερος, -η, -ο

  1. που είναι πιο παχύς από κάποιον ή κάτι άλλο
    παχύτερος άνδρας
    παχύτερο στρώμα




Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]