αδύνατος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική αδύνατος αδύνατη αδύνατο
γενική αδύνατου αδύνατης αδύνατου
αιτιατική αδύνατο αδύνατη αδύνατο
κλητική αδύνατε αδύνατη αδύνατο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αδύνατοι αδύνατες αδύνατα
γενική αδύνατων αδύνατων αδύνατων
αιτιατική αδύνατους αδύνατες αδύνατα
κλητική αδύνατοι αδύνατες αδύνατα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αδύνατος < αρχαία ελληνική ἀδύνατος < ἀ- στερητικό + δυνατός

Open book 01.svg Επίθετο[]

αδύνατος, -η, -ο(ν)

  1. που δεν μπορεί να γίνει, να συμβεί, να επιτευχθεί
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: απραγματοποίητος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: δυνατός
  2. ο λεπτός
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: παχύς
  3. που δεν έχει μεγάλη δύναμη ή δεν είναι ανθεκτικός ή έχει μεγάλη ικανότητα σε κάτι
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: δυνατός
  4. που δεν έχει μεγάλη οικονομική δυνατότητα
    • (ουσιαστικοποιημένο, με κατεβασμένο τόνο στη γενική ενικού-πληθυντικού και στην αιτιατική πληθυντικού)
      η κυβέρνηση δεν πρέπει να παρεμβαίνει στις φυσικές διεργασίες της εξέλιξης στην κοινωνία χρηματοδοτώντας και προστατεύοντας τους φτωχούς και αδυνάτους (από το άρθρο της Βικιπαίδειας Κοινωνικός_Δαρβινισμός)
  5. (γραμματική) που δεν τονίζεται, αλλά συνεκφέρεται με άλλη λέξη
    οι αδύνατοι τύποι της προσωπικής αντωνυμίας
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: δυνατός

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Μεταφράσεις που πρέπει να καταταγούν ανάλογα με την έννοιά τους: