Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀ-

Από Βικιλεξικό
Δείτε τις μορφές του πεζού άλφα α-, ά-, ἀ-, ἁ-, ἄ-, ἅ- και . Επίσης, δείτε το κεφαλαίο Α

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀ- < Η δασυνόμενη μορφή είναι από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sm̥-. Μερικές φορές η δασεία αυτή χάνεται όπως στο ἀδελφός.

Πρόθημα

[επεξεργασία]

ἀ- (α ψιλούμενον)

  1. «ἄλφα στερητικόν» στερητικό πρόθημα, εκφράζει απουσία, έλλειψη ή στέρηση
      5ος αιώνας κε   Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Α
    [παράφραση] Τὸ <α> ψιλούμενον δηλοῖ στέρησιν, ὡς ὅταν λέγωμεν ἄνανδρον
    το <α> με ψιλή δηλώνει στέρηση, όπως όταν λέμε άνανδρο
    παράδειγμα  ἀ- + -ϋπν- + -ία > ϋπνία
    παράδειγμα  ἀν- + -ανδρ- + -ος > νανδρος
     συνώνυμα: νη-
    λατινική:  alpha privativum (στερητικό άλφα)
  2. «ἄλφα ἀθροιστικόν» αθροιστικό πρόθημα, εκφράζει ένωση ή ομοιότητα
      5ος αιώνας κε   Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Α
    [παράφραση] Τὸ <α> ψιλούμενον δηλοῖ τὸ ὁμοῦ, ὡς τὸ ἀδελ- φός. ὁμόδελφον γὰρ σημαίνομεν. δελφὺς δέ ἐστι ἡ μήτρα.
    Το <α> με ψιλή δηλώνει το μαζί, όπως το αδελ- φός. Διότι ομομήτριο εννοούμε. Η δελφύς είναι η μήτρα.
    παράδειγμα  ἀθρόος (με ψιλή), πας (με δασεία)
    λατινική:  alpha copulativum (αθροιστικό άλφα)
  3. «ἄλφα ἐπιτατικόν» επιτατικό πρόθημα, εκφράζει το μεγάλο ή το πολύ
      5ος αιώνας κε   Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Α
    [παράφραση] Τὸ <α> ψιλούμενον δηλοῖ τὸ μέγα, ὡς τὸ "ἀχανὲς πέλαγος". καὶ τὸ πολύ, ὡς "ἐν ἀξύλῳ ὕλῃ"
    Το <α> με ψιλή δηλώνει το μεγάλο, όπως το "αχανές πέλαγος". Και το πολύ, όπως "ἐν ἀξύλῳ ὕλῃ" (σε δάσος με πολύ ξύλο)
    ΣτΕ: σχετικά με το ἄξυλος το λεξικό Λίντελ επισημαίνει ότι το άλφα είναι στην πραγματικότητα στερητικό με σημασία «αυτός που έχει ξυλευτεί»[1], και μάλιστα ο ίδιος ο Ησύχιος μας δίνει το ἀξύλευτος ή ἀξύλιστος ως συνώνυμο του ἄξυλος.
    λατινική:  alpha intensivum (επιτατικό άλφα)
  4. «ἄλφα εὐφωνικόν» ευφωνικό πρόθημα
    λατινική:  alpha euphonicum (ευφωνικό άλφα)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]
  • ἀν- (προ φωνήεντος)
  • ἅ- (τονούμενο)
  • ἄν- (τονούμενο, προ φωνήεντος)
  • ἁ- (δασυνόμενο)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ἄξυλος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012

  5ος αιώνας κε   Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Α

<Α>
Τὸ <α> περισπασθὲν δηλοῖ εἴθε, ὡς παρὰ Καλλιμάχῳ (P. Ox. 2079,33, fr. 1,33)· "ἆ πάντως ἵνα γῆρας". καὶ τὸ ὦ ἄρθρον, ὡς παρ' Ὁμήρῳ· ἆ δειλοί (υ 351). καὶ ψιλούμενον στέρησιν, ὡς ὅταν λέγωμεν ἄνανδρον. καὶ τὸ μέγα, ὡς τὸ "ἀχανὲς πέλαγος". καὶ τὸ πολύ, ὡς "ἐν ἀξύλῳ ὕλῃ" (Λ 155) καὶ τὸ ὁμοῦ, ὡς τὸ ἀδελ- φός. ὁμόδελφον γὰρ σημαίνομεν. δελφὺς δέ ἐστι ἡ μήτρα.
<Α>
Το <α> με περισπωμένη δηλώνει μακάρι, όπως στον Καλλίμαχο (P. Ox. 2079,33, fr. 1,33)· "ἆ πάντως ἵνα γῆρας". και το άρθρο (κλητικής) ὦ, όπως στον Όμηρο· ἆ δειλοί (υ 351). και με ψιλή (δηλώνει) στέρηση, όπως όταν λέμε άνανδρο. και το μεγάλο, όπως το "αχανές πέλαγος". και το πολύ, όπως "ἐν ἀξύλῳ ὕλῃ" (Λ 155) και το μαζί (άθροιση), όπως το αδελ- φός. Διότι ομομήτριο εννοούμε. Δελφύς δε είναι η μήτρα.
ΣτΕ: Ο Ησύχιος αναφέρεται στον στίχο 33, του έργου Αἴτια του Καλλιμάχου «ἆ πάντως, ἵνα γῆρας ἵνα δρόσον ἣν μὲν ἀείδω» δηλαδή «μακάρι, οπωσδήποτε να τραγουδώ ζώντας από δροσοσταλίδες». Αναφέρεται και σε δύο χωρία του Ομήρου Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 20 (υ. Τὰ πρὸ τῆς μνηστηροφονίας.), στίχ. 351 και Ὅμηρος, Ἰλιάς, 11 (Λ. Ἀγαμέμνονος ἀριστεία.), στίχ. 155.