ἀ-
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἀ- < Η δασυνόμενη μορφή ἁ είναι από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sm̥-. Μερικές φορές η δασεία αυτή χάνεται όπως στο ἀδελφός.
Πρόθημα
[επεξεργασία]ἀ- (α ψιλούμενον)
- «ἄλφα στερητικόν» στερητικό πρόθημα, εκφράζει απουσία, έλλειψη ή στέρηση
- «ἄλφα ἀθροιστικόν» αθροιστικό πρόθημα, εκφράζει ένωση ή ομοιότητα
- ※ 5ος αιώνας κε ⌘ Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Α
- [παράφραση] Τὸ <α> ψιλούμενον δηλοῖ τὸ ὁμοῦ, ὡς τὸ ἀδελ- φός. ὁμόδελφον γὰρ σημαίνομεν. δελφὺς δέ ἐστι ἡ μήτρα.
- Το <α> με ψιλή δηλώνει το μαζί, όπως το αδελ- φός. Διότι ομομήτριο εννοούμε. Η δελφύς είναι η μήτρα.
- [παράφραση] Τὸ <α> ψιλούμενον δηλοῖ τὸ ὁμοῦ, ὡς τὸ ἀδελ- φός. ὁμόδελφον γὰρ σημαίνομεν. δελφὺς δέ ἐστι ἡ μήτρα.
ἀθρόος (με ψιλή), ἅπας (με δασεία)- → λατινική: alpha copulativum (αθροιστικό άλφα)
- ※ 5ος αιώνας κε ⌘ Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Α
- «ἄλφα ἐπιτατικόν» επιτατικό πρόθημα, εκφράζει το μεγάλο ή το πολύ
- ※ 5ος αιώνας κε ⌘ Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Α
- [παράφραση] Τὸ <α> ψιλούμενον δηλοῖ τὸ μέγα, ὡς τὸ "ἀχανὲς πέλαγος". καὶ τὸ πολύ, ὡς "ἐν ἀξύλῳ ὕλῃ"
- Το <α> με ψιλή δηλώνει το μεγάλο, όπως το "αχανές πέλαγος". Και το πολύ, όπως "ἐν ἀξύλῳ ὕλῃ" (σε δάσος με πολύ ξύλο)
- ΣτΕ: σχετικά με το ἄξυλος το λεξικό Λίντελ επισημαίνει ότι το άλφα είναι στην πραγματικότητα στερητικό με σημασία «αυτός που έχει ξυλευτεί»[1], και μάλιστα ο ίδιος ο Ησύχιος μας δίνει το ἀξύλευτος ή ἀξύλιστος ως συνώνυμο του ἄξυλος.
- [παράφραση] Τὸ <α> ψιλούμενον δηλοῖ τὸ μέγα, ὡς τὸ "ἀχανὲς πέλαγος". καὶ τὸ πολύ, ὡς "ἐν ἀξύλῳ ὕλῃ"
- → λατινική: alpha intensivum (επιτατικό άλφα)
- ※ 5ος αιώνας κε ⌘ Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Α
- «ἄλφα εὐφωνικόν» ευφωνικό πρόθημα
- → λατινική: alpha euphonicum (ευφωνικό άλφα)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ἄξυλος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
Πηγές
[επεξεργασία]- α- - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
※ 5ος αιώνας κε ⌘ Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Α
- <Α>
Τὸ <α> περισπασθὲν δηλοῖ εἴθε, ὡς παρὰ Καλλιμάχῳ (P. Ox. 2079,33, fr. 1,33)· "ἆ πάντως ἵνα γῆρας". καὶ τὸ ὦ ἄρθρον, ὡς παρ' Ὁμήρῳ· ἆ δειλοί (υ 351). καὶ ψιλούμενον στέρησιν, ὡς ὅταν λέγωμεν ἄνανδρον. καὶ τὸ μέγα, ὡς τὸ "ἀχανὲς πέλαγος". καὶ τὸ πολύ, ὡς "ἐν ἀξύλῳ ὕλῃ" (Λ 155) καὶ τὸ ὁμοῦ, ὡς τὸ ἀδελ- φός. ὁμόδελφον γὰρ σημαίνομεν. δελφὺς δέ ἐστι ἡ μήτρα.- <Α>
Το <α> με περισπωμένη δηλώνει μακάρι, όπως στον Καλλίμαχο (P. Ox. 2079,33, fr. 1,33)· "ἆ πάντως ἵνα γῆρας". και το άρθρο (κλητικής) ὦ, όπως στον Όμηρο· ἆ δειλοί (υ 351). και με ψιλή (δηλώνει) στέρηση, όπως όταν λέμε άνανδρο. και το μεγάλο, όπως το "αχανές πέλαγος". και το πολύ, όπως "ἐν ἀξύλῳ ὕλῃ" (Λ 155) και το μαζί (άθροιση), όπως το αδελ- φός. Διότι ομομήτριο εννοούμε. Δελφύς δε είναι η μήτρα.- ΣτΕ: Ο Ησύχιος αναφέρεται στον στίχο 33, του έργου Αἴτια του Καλλιμάχου «ἆ πάντως, ἵνα γῆρας ἵνα δρόσον ἣν μὲν ἀείδω» δηλαδή «μακάρι, οπωσδήποτε να τραγουδώ ζώντας από δροσοσταλίδες». Αναφέρεται και σε δύο χωρία του Ομήρου ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 20 (υ. Τὰ πρὸ τῆς μνηστηροφονίας.), στίχ. 351 και ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 11 (Λ. Ἀγαμέμνονος ἀριστεία.), στίχ. 155.
- <Α>
Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sm̥- (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Προθήματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ησύχιο (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από λεξικά (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)