νη-

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νη- < αρχαία ελληνική νε-/νη- < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ne (πβ. σανσκριτικό na, λατινικό ne). Από τη συνεσταλμένη βαθμίδα του *ṇ προήλθε το στερητικό μόριο α-/αν-

Open book 01.svg Πρόθημα[επεξεργασία]

νη- & νε-

  1. λόγιο αχώριστο μόριο ως πρόθημα σύνθετων λέξεων που δίνει την αντίθετη σημασία απ' αυτήν που δηλώνει το β´ συνθετικό:
    νηνεμία < νε-/νη- + άνεμος, νηπενθής < νε-/νη- + πένθος