Μετάβαση στο περιεχόμενο

μόριο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μόριο τα μόρια
      γενική του μορίου
& μόριου
των μορίων
    αιτιατική το μόριο τα μόρια
     κλητική μόριο μόρια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
μόριο νερού

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μόριο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μόριον (μέρος ενός όλου). Για την ανατομία και τη γραμματική, ελληνιστική σημασία. Για τα μόρια αξιολόγησης: άγνωστης ετυμολογίας[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈmo.ɾi.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μόριο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μόριο ουδέτερο

  1. (φυσική) η μικρότερη ποσότητα ύλης που μπορεί να υπάρχει ελεύθερη χωρίς να χάνει τις ιδιότητές της
    παράδειγμα  Ένα μόριο νερού αποτελείται από δύο άτομα υδρογόνου και ένα άτομο οξυγόνου.
      Υδροξυενώσεις είναι οι οργανικές που περιέχουν στο μόριο τους ένα ή περισσότερα υδροξύλια (ΟΗ) και διακρίνονται σε αλκοόλες (αλειφατικές, κυκλικές και αρωματικές) και στις φαινόλες. (Χημεία (Β Λυκείου) - Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμένο), Ινστιτούτο τεχνολογίας υπολογιστών και εκδόσεων «Διόφαντος», ebooks.edu.gr, ανακτήθηκε στις 10/1/2026 )
  2. (γραμματική)
    1. (ώς μέρος λόγου) άκλιτη λέξη που δεν ανήκει στα γνωστά δέκα μέρη του λόγου και χρησιμεύει π.χ. στο σχηματισμό χρόνων και εγκλίσεων ή αρνητικών προτάσεων
        Στη γλώσσα της εξήγησης επιχωριάζουν συνήθη ουσιαστικά, ρήματα «δράσης και σκέψης», διαρθρωτικά μόρια και φράσεις σχέσεων ακολουθίας (χρόνου ή αιτίας) και πιθανολογικές εκφράσεις. (Αζέλης Λαμπάτος, ‎Σμπιλίρης, ‎Αλεξανδράκη, Γραπτός Λόγος: Γλώσσα και Λογοτεχνία - Για το Λύκειο και τις Πανελλαδικές, 2020, σελ. 103)
      παράδειγμα  το μόριο «δε» γράφεται με τελικό ν πριν από...
      παράδειγμα  Ως μέρος λόγου, στα νέα ελληνικά, τα μόρια είναι: ας, για, μα, θα, να και κατά ορισμένες γραμματικές, τα ναι, όχι, δε(ν), μη(ν)
       δείτε  Παράρτημα:Γραμματική#μόρια
    2. (ως πρόθημα) αχώριστο μόριο: πρόθημα που δεν υπάρχει ως αυτόνομη λέξη
      παράδειγμα  το αχώριστο μόριο α- είναι τις περισσότερες φορές στερητικό
  3. (ανατομία) οποιοδήποτε τμήμα του ανθρώπινου σώματος
    παράδειγμα  έπαθε θλάση μορίων στο μηρό
  4. (ανατομία) εξωτερικό τμήμα του γεννητικού οργάνου
  5. σύγχρονη μονάδα βαθμολογίας ή αξιολόγησης
    παράδειγμα  Για να προσληφθείτε χρειάζεστε αρκετά περισσότερα μόρια.
    παράδειγμα  Στις εξετάσεις πήγε πολύ καλά και μάζεψε αρκετά μόρια.

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]