μόριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μόριο τα μόρια
      γενική του μορίου
μόριου
των μορίων
    αιτιατική το μόριο τα μόρια
     κλητική μόριο μόρια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μόριο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μόριον (μέρος ενός όλου). Για την ανατομία και τη γραμματική, ελληνιστική σημασία. Για τα μόρια αξιολόγησης: άγνωστης ετυμολογίας[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈmo.ɾi.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μό‐ρι‐ο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μόριο ουδέτερο

  1. (φυσική) η μικρότερη ποσότητα ύλης που μπορεί να υπάρχει ελεύθερη χωρίς να χάνει τις ιδιότητές της
    Ένα μόριο νερού αποτελείται από δύο άτομα υδρογόνου και ένα άτομο οξυγόνου.
  2. (γραμματική)
    1. (ώς μέρος λόγου) άκλιτη λέξη που δεν ανήκει στα γνωστά δέκα μέρη του λόγου και χρησιμεύει π.χ. στο σχηματισμό χρόνων και εγκλίσεων ή αρνητικών προτάσεων
      το μόριο «δε» γράφεται με τελικό ν πριν από...
      Ως μέρος λόγου, στα νέα ελληνικά, τα μόρια είναι: ας, για, μα, θα, να και κατά ορισμένες γραμματικές, τα ναι, όχι, δε(ν), μη(ν)
      δείτε  Παράρτημα:Γραμματική#μόρια
    2. (ως πρόθημα) αχώριστο μόριο: πρόθημα που δεν υπάρχει ως αυτόνομη λέξη
      το αχώριστο μόριο α- είναι τις περισσότερες φορές στερητικό
  3. (ανατομία) οποιοδήποτε τμήμα του ανθρώπινου σώματος
    έπαθε θλάση μορίων στο μηρό
  4. (ανατομία) εξωτερικό τμήμα του γεννητικού οργάνου
  5. σύγχρονη μονάδα βαθμολογίας ή αξιολόγησης
    Για να προσληφθείτε χρειάζεστε αρκετά περισσότερα μόρια.
    Στις εξετάσεις πήγε πολύ καλά και μάζεψε αρκετά μόρια.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]