δεν

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δεν < αρχαία ελληνική οὐδέν, ουδέτερο της αντωνυμίας οὐδείς

Open book 01.svg Μόριο[επεξεργασία]

δεν και δε

  1. αρνητικό μόριο που τίθεται πριν από ρηματικό τύπο οριστικής έγκλισης.
    Δε θα έρθω αύριο στο γραφείο.
  2. σε ερωτήσεις, αντί προτροπής
    Δεν έρχεσαι μαζί μας; ( = έλα μαζί μας)
  3. ανάμεσα σε επανάληψη του ίδιου ρήματος για να προσδώσει την έννοια του περίπου, σχεδόν
    έχει δεν έχει πέντε λεπτά που έφυγε
    πήρε δεν πήρε εκατό ευρώ

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • Το τελικό ν της λέξης "δεν" όπως και των άρθρων τον, την κ.λπ. αποβάλλεται πριν από εξακολουθητικό σύμφωνο
    δε θέλω, δε σε βρίζω, αλλά δεν πιστεύω, δεν αγαπώ

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]