σχεδόν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σχεδόν < αρχαία ελληνική σχεδόν < ἔχω (πβ. αόριστος βἔσχον)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sçeˈðon/

Επίρρημα[επεξεργασία]

σχεδόν

  1. εξαιρουμένων μικρών λεπτομερειών
  2. εκτός από ελάχιστα
  3. πάρα πολύ πιθανόν
  4. περίπου

Μεταφράσεις[επεξεργασία]