fast

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

fast (en)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

fast (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

fast (en)

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

fast (de)

der Tank ist fast leer - το ρεζερβουάρ είναι σχεδόν αδειανό