Μετάβαση στο περιεχόμενο

quickly

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός quickly
συγκριτικός more quickly
υπερθετικός most quickly

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
quickly < quick + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

quickly (en)