Μετάβαση στο περιεχόμενο

-ly

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθημα

[επεξεργασία]

-ly (en)

  1. χρησιμεύει στο σχηματισμό επιρρημάτων από επίθετα
    morally
    suddenly
  2. για το σχηματισμό επιθέτων από ουσιαστικά
    weekly
    elderly

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]