suddenly

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

παραθετικά
θετικός suddenly
συγκριτικός more suddenly
υπερθετικός most suddenly

Ετυμολογία [επεξεργασία]

suddenly < sudden + -ly

Επίρρημα[επεξεργασία]

suddenly (en)